ανισογαμία

ανισογαμία
Άνισος, μοργανατικός γάμος, δηλαδή ο νομικά έγκυρος γάμος μεταξύ ενός άντρα βασιλικής γενιάς και μιας γυναίκας χαμηλότερης τάξης, κατά τον οποίο η σύζυγος και τα παιδιά της δεν κληρονομούν τους τίτλους του συζύγου. (Βιολ.) Όρος που αναφέρεται στη συνένωση δύο διαφορετικών στη μορφή φυλετικών στοιχείων. Η συνένωση πραγματοποιείται με τους ανισογαμέτες, δηλαδή τα αναπαραγωγικά κύτταρα του οργανισμού που διαφέρουν μεταξύ τους στο μέγεθος, στον αριθμό, στην εξωτερική εμφάνιση και, γενικά, στην κατασκευή. Ο ένας από τους δύο ανισογαμέτες είναι μεγαλύτερος και έχει μικρή κινητικότητα. Ονομάζεται θηλυκός και o όγκος του οφείλεται στην παρουσία εφεδρικών θρεπτικών ουσιών μέσα στο κυτταρόπλασμα. Ο άλλος είναι μικρότερος, ευκίνητος και περιέχει ισχυρά οργανίδια, τα λεγόμενα μαστίγια. Ονομάζεται αρσενικός γαμέτηςμικρογαμέτης.
* * *
η
1. γάμος μοργανατικός*
2. (Βιολ.) περίπτωση αμφιγονίας (εγγενούς αναπαραγωγής) κατά την οποία οι συντηκόμενοι γαμέτες διαφέρουν ως προς το μέγεθος, την εξωτερική εμφάνιση ή την όλη κατασκευή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άνισος + γάμος. Η λ. μαρτυρείται από το 1898 στον φιλόλογο Μίνω Λάππα, ως απόδοση του γαλλ. mesalliance].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ετερογαμία — Τρόπος αμφιγονικής αναπαραγωγής, κατά την οποία οι συναπτόμενοι γαμέτες προέρχονται από διαφορετικά άτομα. Η ε. μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανισογαμία αν υπάρχει διαφορά μεγέθους και μορφής μεταξύ των γαμετών ή μεταξύ των γεννητικών κυττάρων των… …   Dictionary of Greek

  • άνισος — η, ο (AM ἄνισος, ον) 1. αυτός που δεν είναι ίσος με κάποιον άλλο 2. μτφ. άδικος, μεροληπτικός νεοελλ. ακανόνιστος, ασύμμετρος μσν. ανόμοιος, διαφορετικός αρχ. φρ. 1. «άνισος πολιτεία» η ολιγαρχία 2. οἱ ἄνισοι οι ολιγαρχικοί 3. τὸ ἄνισον η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”